top of page

1 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ-ΣΥΝΑΞΙΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΓΟΡΓΟΕΠΗΚΟΟΥ
Ένα από τα πολλά ονόματα που προσδίδουμε στην Παναγία μας είναι Γοργοεπήκοος και η ομώνυμη θαυματουργή εικόνα της βρίσκεται στην Ιερά Μονή Δοχειαρίου Αγίου Όρους από το 1646. Εκεί, όπως αναφέρεται στο ιστορικό της Μονής, “λάμπει ως πολύφωτος σελήνη, σαν άριστος κυβερνήτης και σοφός οικονόμος το διακυβερνά”, φυλάσσοντας από κάθε προσβολή και επήρρεια τους ασκομένους σε αυτό οσίους πατέρες, αλλά και όσους προστρέχουν σ’ εκείνη με πίστη, ζητώντας την βοήθεια της. Και γενικά διαφυλάττει και γοργώς και προθύμως υπακούει και ελεεί όλους, όσοι την ευλαβούμαστε και την επικαλούμαστε με πίστη.
Όπως αναφέρει στο Συναξάρι Ο όσιος Νικόδημος, στη Μονή του Δοχειαρίου, στο δεξί μέρος της Τραπέζης του Μοναστηρίου, βρισκόταν μια παλαιά εικόνα της Παναγίας. Οι πατέρες της Μονής αναφέρουν ότι είχε αγιογραφηθεί από την εποχή του κτήτορος της Μονής Νεοφύτου, τον 11ο αιώνα.
Το έτος 1646, που ήταν ένα έτος πολύ δύσκολο για την Ιερά Μονή, διότι δεν είχε τα απαραίτητα χρήματα για να πληρώσει τους καθορισμένους φόρους στους Τούρκους κατακτητές, ο τραπεζάριος του Μοναστηριού, περνούσε μπροστά από αυτήν την εικόνα συνεχώς, ακόμα και τη νύχτα βαστάζοντας στα χέρια του αναμμένα δαδιά. Μια βραδυά, εκείνο το έτος, λοιπόν, καθώς περνούσε και πάλι μπροστά από την εικόνα της Θεοτόκου, ακούει φωνή να βγαίνει από την εικόνα και να του λέει:
“Μην περνάς από εκεί και μαυρίζεις τον τόπο με καπνό”. Ό μοναχός νομίζοντας ότι κάποιος άνθρωπος φώναξε, καταφρόνησε τη φωνή και δεν έδωσε σημασία.
Μετά από λίγες ημέρες, κι ενώ εκείνος συνέχιζε να περνάει μπροστά από την εικόνα με αναμμένα τα δαδιά, ακούει και πάλι τη φωνή να του λέει: ‘”Ώ Μοναχέ αμόναχε, έως πότε θα συνεχίσεις να καπνίζεις τη μορφή μου και να με μαυρίζεις ατιμώντας με;”.
Και συγχρόνως με τη φωνή έχασε ο ταλαίπωρος το φως του κι έμεινε τυφλός.
“Ετσι καταλαβαίνοντας το σφάλμα του, ότι δηλαδή καταφρόνησε την πρώτη φωνή και δεν υπάκουσε, κατασκεύασε ένα στασίδι μπροστά στην εικόνα της Παναγίας και την παρακαλούσε συνεχώς να του συγχωρέσει αυτό το εξ’ απροσεξίας αμάρτημα και να του χαρίσει το φως του, ώστε βλέποντας την Αγία Εικόνα της να την δοξάζει και να την ευχαριστεί πάντοτε.
Και η Παναγία μας, εισάκουσε την προσευχή του και του είπε: “Ιδού, από σήμερα σου χαρίζω το φως και πρόσεξε στο εξής να μην περάσεις με αναμμένα δαδιά, γιατί εγώ είμαι η Κυρία της Μονής αυτής και γοργά υπακούω σ’ εκείνους που με επικαλούνται και τους χαρίζω τα προς σωτηρία αιτήματά τους, διότι καλούμαι Γοργοεπήκοος”.
Από τότε η Αγία αυτή εικόνα ονομάζεται Γοργοεπήκοος, γιατί πραγματικά με τα θαυμαστά έργα της συνεχώς αποδεικνύει ότι γρήγορα υπακούει σ’ εκείνους που προστρέχουν σ’ αυτήν με ευλάβεια και πίστη.
Και πραγματικά η χάρη της ενεργεί πάμπολλα θαύματα όχι μόνο στο Άγιο Όρος, αλλά και έξω από αυτό, σε πόλεις και χωριά, σε ολόκληρη την Ελλάδα, αλλά και σε άλλα μέρη, όπου την ευλαβούνται και την επικαλούνται. Η Παναγία η Γοργοεπήκοος είναι πολύ θαυματουργή, ιατρεύει διάφορες ασθένειες, χαρίζει παιδιά σε άτεκνα ζευγάρια, φανερώνει απολεσθέντα αντικείμενα, προστατεύει όσους κινδυνεύουν στη θάλασσα, λυτρώνει όσους αιχμαλωτίζονται, θεραπεύει από τον πονοκέφαλο και την κόπωση, ανορθεί τους παραλύτους, χαρίζει το φως στους τυφλούς, θεραπεύει από θανατηφόρες ασθένειες, διώκει τις ακρίδες από τα χωράφια και άλλα πολλά θαυμαστά που βρίσκονται γραμμένα στη Μονή Δοχειαρίου, ως θαυματουργές επεμβάσεις της Παναγίας της Γοργοεπηκόου.

24 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ-ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑ
Παναγία η Μυρτιδιώτισσα ονομάζεται εικόνα της Παναγίας που βρέθηκε στα Κύθηρα πιθανώς τον 14ο αιώνα.
Έχει το προσωνύμιο Μυρτιδιώτισσα, γιατί αναφέρεται από την παράδοση ότι τη βρήκε ένας βοσκός σε μια τοποθεσία γεμάτη με μυρτιές. Σήμερα με το όνομα αυτό ονομάζονται εκκλησίες, μονές και γενικά οι εικόνες με παράσταση της Παναγίας με μυρτιές. Η εικόνα φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Μυρτιδίων στα Κύθηρα.
Στις 24 Σεπτεμβρίου - 40 ημέρες μετά την Κοίμηση της Θεοτόκου - εμφανίστηκε η Παναγία στον βοσκό και του είπε να ψάξει για την εικόνα που είχε έρθει σε εκείνο το μέρος πολλά χρόνια πριν.
Ο βοσκός έπεσε στο έδαφος, γεμάτος δέος, προσευχόμενος προς την Θεοτόκο. Μόλις σηκώθηκε και γύρισε, είδε την εικόνα στα κλαδιά μιας μυρτιάς. Κλαίγοντας από χαρά, έφερε την εικόνα σπίτι του και είπε σε όλους τους φίλους και συγγενείς την ιστορία της ανεύρεσης της εικόνας.
Όταν ξύπνησε την επόμενη ημέρα η εικόνα έλειπε και φοβήθηκε μήπως είχε κλαπεί. Με βαρειά καρδιά γύρισε με τα πρόβατά του στον τόπο της ανεύρεσης, αλλά εκεί είδε πάλι την εικόνα στα κλαδιά της μυρτιάς που την είχε πρωτοβρει. Δοξάζοντας τον Θεό, την πήρε πάλι σπίτι του, αλλά την νύχτα η εικόνα εξαφανίστηκε όπως και την πρώτη φορά. Όταν η εξαφάνιση και επανεμφάνιση της εικόνας συνέβη και τρίτη φορά, κατάλαβε ότι ήταν θέλημα της Μητέρας του Θεού η εικόνα να παραμείνει εκεί που είχε πρωτοβρεθεί.
Μια μικρή εκκλησία χτίστηκε εκεί που βρέθηκε η εικόνα και ονομάστηκε Μυρτιδιώτισσα. Το κτήριο μεγάλωσε με τα χρόνια και πολλά θαύματα λέγεται πως συνέβησαν εκεί.
Στο τέλος του 16ου αιώνα, ο Θεόδωρος Κουμπριανός, ένας απόγονος του βοσκού που βρήκε την εικόνα, ζούσε στο χωριό Κουσουμάρι. Ήταν παράλυτος, αλλά πίστευε ακράδαντα ότι η Μητέρα του Θεού θα τον θεράπευε. Κάθε χρόνο, στις 24 Σεπτεμβρίου, έστελνε ένα μέλος της οικογένειάς του να ανάψει ένα κερί στην Χάρη της γι'αυτόν. Μια χρονιά ζήτησε να τον πάνε μέχρι την Χάρη της, για να την προσκυνήσει ο ίδιος. Κατά τη διάρκεια της αγρυπνίας, ακούστηκε έντονος θόρυβος από την κατεύθυνση της θάλασσας. Το εκκλησίασμα έτρεξε να φύγει, πιστεύοντας ότι επιτίθονταν πειρατές. Ο παραλυτικός ζήτησε την βοήθεια της Παναγίας και έξαφνα άκουσε μια φωνή από την εικόνα να του λέει να σηκωθεί και να τρέξει να σωθεί. Σηκώθηκε, περπάτησε, σύντομα άρχισε να τρέχει και πρόφτασε τους συγγενείς του, που καταχάρηκαν βλέποντας το θαύμα. Ο θόρυβος δεν προερχόταν από επιδρομή πειρατών και όλοι τότε κατάλαβαν ότι ο θόρυβος ήταν σημείο της Θείας Πρόνοιας, ώστε ο παραλυτικός να μείνει μόνος του στην εκκλησία με την εικόνα. Από τότε η οικογένεια του Κουμπριανού γιόρταζε την ημέρα της γιορτής της Μυρτιδιώτισσας με ιδιαίτερη λαμπρότητα σε ανάμνηση του θαύματος.
Αλλά και πολλά άλλα θαύματα αποδίδονται στην εικόνα, όπως η προστασία του νησιού από επιδημία πανώλης, η λύση της στειρότητας μιας Εβραίας από την Αλεξάνδρεια και η σωτηρία πολλών ανθρώπων από βέβαιο θάνατο.
Η ανεύρεση της εικόνας γιορτάζεται στις 24 Σεπτεμβρίου. Την ίδια ημέρα γιορτάζουν την ονομαστική τους εορτή όσες φέρουν το όνομα Μυρτώ ή Μυρσίνη.
Το όνομα Παναγία η Μυρτιδιώτισσα έχει δοθεί σε αρκετές εκκλησίες στην Ελλάδα.
Στα Κύθηρα, στις 24 Σεπτεμβρίου γίνεται πανηγυρικός εορτασμός στη Μονή Μυρτιδίων όπου φυλάσσεται η εικόνα με παρουσία πλήθους κόσμου και από τα Κύθηρα αλλά και από Κυθήριους της Διασποράς..

ΘΕΛΩ ΝΑ ΚΟΙΝΩΝΗΣΩ ΣΤΗΝ ΤΗΝΟ
(Ἕνα συγκλονιστικό θαῦμα τῆς Παναγίας Μας).
Σέ κάποια φτωχογειτονιά τοῦ Πειραιᾶ ζοῦσε ἕνα τυφλό παιδάκι,
ὁ Νίκος. Ἡ μητέρα του ἦταν καλή, εὐσεβής, ἐνάρετη.
Ταχτικά πήγαινε στήν ἐκκλησία καί παρακαλοῦσε τόν Χριστό νά χαρίση φῶς στό παιδί της. Ὁ πατέρας ἦταν ἀδιάφορος στά θρησκευτικά ζητήματα. Πολλές φορές κορόϊδευε τή γυναῖκα του γιά τή θρησκευτικότητά της. Οὔτε στήν ἐκκλησία πήγαινε, οὔτε σταυρό ἔκανε.Ἡ μάννα ἔτρεξε σ’ ὅλους τούς ὀφθαλμίατρους, γιά νά ἐξετάσουν τοῦ παιδιοῦ της τά μάτια.Ὅλοι τήν ἀπέλπισαν. Δέν ὑπῆρχε θεραπεία μέ τίποτε, Ἀφοῦ ἔκλεισαν οἱ πόρτες τῆς γῆς, ἡ μάννα χτύπησε τοῦ οὐρανοῦ τίς θύρες. Ἀποφάσισε νά πάει τό παιδί της στήν Τῆνο
.- Γιῶργο, σκέφτηκα νά πάω στήν Τῆνο.
– Τζάμπα θά χαλάσης τά λεφτά σου. Δέν γίνεται τίποτα.
Πάρ’ το απόφασι. Ὁ Νίκος θά μείνη τυφλός.
– Ἐγώ μέ τό παιδί θά πᾶμε στή χάρι Της. Ποῦ ξέρεις· τόσα θαύματα γίνονται κάθε χρόνο.
– Θαύματα, εἶπες; Στ’ ἀλήθεια, γυναίκα, πιστεύεις στά παραμύθια τῶν παπάδων; Αὐτά εἶναι λόγια, γιά νά πηγαίνη ὁ κόσμος καί νά ἐκμεταλλεύωνται τούς ἀφελεῖς. Νά μήν πᾶς πουθενά. Ἐγώ λεφτά χαμένα δέν δίνω.
– Ἐγώ θά κοινωνήσω στήν Τῆνο. Θά πάω. Θέλω νά πάω. Κάτι μοῦ λέει μέσα μου νά πάω. Γιά τό Νίκο, τό παιδί μου, ἄς πάμε μαζί. Ἔλα νά παρακαλέσωμε τή Μεγαλόχαρη γιά τό σπλάγχνο μας.
– Εἶσαι ἀνόητη, μοῦ φαίνεται. Δέν πήγαμε σέ «κοτζάμ» καθηγητάδες, δέν γυρίσαμε ἕνα σωρό γιατρούς; Ὅλοι δέν μᾶς εἶπανε τά ἴδια; Σέ ρωτῶ ἔχεις ἐσύ καμμιά ἐλπίδα;
– Ναί ἔχω. Πιστεύω νά μέ λυπηθῆ ἡ Μεγαλόχαρη. Ἕνα τό ’χω ἡ δόλια. Θά μέ καταλάβη.
– Ἐγώ δέν τά πιστεύω αὐτά. Ἀλλά, ἐπειδή ἐπιμένεις, πήγαινε μονάχη σου. Ἐγώ δέν ἔρχομαι.
Πλησίαζε Δεκαπενταύγουστος, ἡ περίοδος τῆς Παναγίας. Ἡ Μαρία ἀποφάσισε νά περάση «δεκαπεντάρι» στήν Τῆνο. Δεκαπέντε μέρες νηστεία, προσευχή, ἀγρυπνία. Κάθε βράδυ πήγαινε στήν Παράκλησι τῆς Παναγίας. Πολλές φορές κοινώνησε, πολλές φορές ἔκλαψε, δάκρυσε, παρακάλεσε τήν Παναγία γιά τό ἄρρωστο παιδί της.
Ὦ! Γλυκειά τοῦ κόσμου Δέσποινα, ξέρεις τόν μοναδικό, τόν μεγάλο καημό τῆς ζωῆς μου. Τό παιδί μου εἶναι τυφλό, τό μονάκριβο ἀγόρι μου. Ὅλα τά παιδιά, Παναγιά μου, βλέπουν, παίζουν, τρέχουν, χαίρονται τόν ἥλιο, τή θάλασσα, τά πάντα, γιατί τό δικό μου νά ζῆ στό σκοτάδι; Ὁ Γυιός Σου, Παναγιά μου πού θεράπευσε τόσους πολλούς τυφλούς, ἀνήμπορους, δυστυχισμένους, ἄς θεραπεύση καί τό παιδί μου.Στίς 15 Αὐγούστου τό νησί πλημμύρισε ξένους προσκυνητές. Ἀπό τά πέρατα τῆς Ἑλλάδας ἔφθασαν πονεμένοι, ἄρρωστοι, παράλυτοι, γιά νά ζητήσουν τήν θεραπεία, τήν βοήθεια τῆς Μεγαλόχαρης.
Ἡ Μαρία σηκώθηκε ἀπ’ τά μεσάνυχτα. Μέ κομμένη ἀνάσα πῆρε τόν ἀνηφορικό δρόμο πρός τήν θαυματουργή εἰκόνα. Σέ λίγο ἀνέβαινε τά μαρμάρινα σκαλοπάτια κρατώντας τό τυφλό παιδί της. Πλησίασε πάλι τήν Παναγία, μέ τά τόσα θαύματα. Γονάτισε μ’ εὐλάβεια, μέ βουρκωμένα μάτια. Παναγιά μου. Αὔριο φεύγομε ἀπ’ τό μυρωμένο, τ’ ὄμορφο νησί σου. Κάμε τό θαῦμα σου, χρυσοπαναγιά μου. Θεράπευσε τό γυιό μου, πού σοῦ ’φερα στήν χάρι Σου.
Ὁ Νίκος γονάτισε δίπλα στήν μητέρα του καί ψιθύρισε:Μεγαλόχαρη, Εἶμαι τυφλό παιδί. Δέν βλέπω τή φύσι, τήν ὄμορφη θάλασσα, τά πράσινα δένδρα. Κόσμο ἀκούω καί κόσμο δέν βλέπω. Σήμερα πού θά φύγωμε γιά τό σπίτι μας, Παναγιά μου, σέ παρακαλῶ γιά τόν πατέρα μου. Χάρισέ του φωτισμό καί σύνεσι. Κάνε τον νά πικραίνη λιγώτερο τήν καλή μου μανούλα. Βοήθησε τόν πατέρα μου νά γίνη καλός ἄνθρωπος. Νά μήν βλαστημᾶ, νά πηγαίνη στήν ἐκκλησία, νά κάνη τόν σταυρό του…Σταυροκοπήθηκε ὁ Νίκος. Τότε ἔνιωσε κάτι ἀλλιώτικο μέσα του. Μισάνοιξε τά βλέφαρα. Κάτι ἄρχισε νά διακρίνη. Ἔβλεπε μαῦρες σιλουέτες νά κινοῦνται.- Μάννα, βλέπω! βλέπω! βλέπω!- Θαῦμα! Θαῦμα! Δοξασμένο τ’ ὄνομά Σου Παναγία μου!Μιά μυριόστομη κραυγή ἀκούστηκε: «Θαῦμα! Θαῦμα!»Ἡ Μαρία ἔμεινε ἀρκετή ὥρα δακρυσμένη μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας.Δέν πίστευε στά μάτια της. Ἔβλεπε τό παιδί της νά βλέπη καί δόξαζε ἀπ’ τά τρίσβαθα τῆς καρδιᾶς της τόν Θεό.Καταχαρούμενοι γύρισαν στόν Πειραιᾶ. Ὁ ἄπιστος πατέρας, ὅταν εἶδε μέ τά μάτια του, τό ἐκπληκτικό θαῦμα συγκινήθηκε, ἔκλαψε, ἄλλαξε. Ἔπαψε τίς εἰρωνεῖες, ἄρχισε μ’ εὐλάβεια νά κάνη τό σταυρό του, νά πηγαίνη ταχτικά στήν ἐκκλησία, ἐξωμολογεῖτο, κοινωνοῦσε, δόξαζε τήν δύναμι τοῦ Θεοῦ. Λόγος πικρός δέν ἔβγαινε πιά ἀπό τά χείλη του.Στό σπίτι ἐκεῖνο ὑπῆρχε πόνος, θλῖψις, δάκρυα, σκοτάδι, βρισιά, εἰρωνεία, βάσανα. Τώρα βασιλεύει χαρά, εὐτυχία, φῶς, τραγούδι.Ἡ θεία Κοινωνία, ἡ δροσιά τοῦ Παραδείσου, χάρισαν ὑγεία, χαρά, εὐτυχία.

ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΣΟΥΜΕΛΑ -Η ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ
Σύμφωνα με την παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας που σήμερα βρίσκεται στον ομώνυμο Ιερό Ναό στο Βέρμιο, είναι έργο του Αποστόλου και Ευαγγελιστή Λουκά.
Το όνομα Σουμελά ετυμολογείται από το όρος Mελά και το ποντιακό ιδίωμα «σού», που σημαίνει «εις το», και έγινε Σουμελά «εις το Μελά».
Το 386 μ.Χ, οι Αθηναίοι μοναχοί Bαρνάβας και Σωφρόνιος ίδρυσαν το μοναστήρι στο όρος Mελά στον Πόντο, ύστερα από αποκάλυψη της Παναγίας. Εκεί, σύμφωνα με την παράδοση, είχε μεταφερθεί από αγγέλους η Ιερή Εικόνα της Παναγίας της Aθηνιώτισσας, την οποία είχε εικονογραφήσει ο Ευαγγελιστής Λουκάς.
Κατά καιρούς έκαναν επιδρομές στη Μονή κλέφτες και αλλόθρησκοι λόγω του πλούτου και της φήμης της. Υπάρχουν σχετικές αναφορές για θαυματουργικές επεμβάσεις της Παναγίας για τη σωτηρία του μοναστηριού.
Το 1922, εποχή που οι Έλληνες της Μικράς Ασίας και του Πόντου διώχτηκαν από τα εδάφη των προγόνων τους, οι μοναχοί έκρυψαν την εικόνα της Mεγαλόχαρης, τον σταυρό του αυτοκράτορα Mανουήλ Γ΄ Kομνηνού και το χειρόγραφο Ευαγγέλιο του Οσίου Χριστοφόρου, στο παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας.
Τότε, η Ιερή Εικόνα θάφτηκε για τριάντα περίπου χρόνια στα αγιασμένα χώματα της.
Ο Πολύκαρπος Ψωμιάδης, και ο Λεωνίδας Ιασονιδης, Μητροπολίτης Ξάνθης και υπουργός αντίστοιχα επί πρωθυπουργίας Ελευθερίου Βενιζέλου, ζήτησαν τη μεσολάβηση του πρωθυπουργού για την απελευθέρωση της εικόνας.
Το αίτημα εγκρίθηκε από τον τότε Τούρκο πρωθυπουργό Ισμέτ Ινονού. Ο Αρχιμανδρίτης Αμβρόσιος, από τους τελευταίους μοναχούς της μονής, ταξίδεψε στον Πόντο και έπειτα από πολλές προσπάθειες βρήκε την εικόνα, τον πολύτιμο Σταυρό με το Τίμιο Ξύλο , το χειρόγραφο Ευαγγέλιο του Οσίου Χριστόφορου που είχαν ενταφιαστεί μαζί με την εικόνα.
Αμέσως τα μετέφερε στην Αθήνα ,όπου εναποτέθηκαν στο βυζαντινό μουσείο Αθηνών, έως το 1951 όπου ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη το σωματείο Παναγία Σουμελά από τον γιατρό Φίλωνα Κτενίδη.
Τον Αύγουστο του 1952, η εικόνα της Παναγίας ενθρονίστηκε επίσημα στον Ιερό Ναό που χτίστηκε προς τιμήν Της στο όρος Βέρμιο.
Η Εικόνα της Παναγίας Σουμελά, αποτελεί το σύμβολο των Ελλήνων του Πόντου οι οποίοι καταφεύγουν σε Αυτή για να τους απαλλάξει από τα προβλήματα και τις συμφορές.
++ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ++
bottom of page

